Αναζήτηση

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΟΜΗΣ - ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ «ΘΡΟΝΟΥ» ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ


Ένα παμπάλαιο έθιμο, σύμφωνα με την προφορική παράδοση της Επανομής, είναι ο στολισμός του «Θρόνου» των Θεοφανείων με λεμόνια και πορτοκάλια καθώς επίσης και με λουλούδια της εποχής.
Ο πρώτος που δίνει λεπτομερείς πληροφορίες γύρω από το έθιμο αυτό είναι ο αείμνηστος Επανομίτης δάσκαλος Αθανάσιος Τσακνάκης. (ΒΛ. Επανομή, Ιστορία – Λαογραφία, Χρονικά της Χαλκιδικής 1969, τ. 17 – 18, σ.113 – 114). Λίγες μέρες πριν από την εορτή των Θεοφανείων, τα μέλη των Εκκλησιαστικών Επιτροπών των δυο Ενοριών Παναγίας και Αγίου Γεωργίου, ύστερα από συνεννόηση, μίσθωναν δυο σούστες και μετέβαιναν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί διενεργούσαν έναν πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό μεταξύ των μανάβηδων της φρουταγοράς, για την αγορά πορτοκαλιών και λεμονιών προκειμένου μ’ αυτά να στολίσουν το «Θρόνο» και να διακοσμήσουν τους Ναούς. Σήμερα τα πορτοκάλια και τα λεμόνια έρχονται από τη λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης χωρίς την παραπάνω διαδικασία. Η αγορά και η μεταφορά ανατίθεται μεμονωμένα για κάθε Ενορία σε μεταφορέα.
Την παραμονή των Θεοφανείων, μετά τη Θεία Λειτουργία, μια ομάδα γυναικών ασχολείται με το στόλισμα του «Θρόνου», που μοιάζει με το κουβούκλιο του Επιταφίου. Στο επάνω μέρος έχει τεμνόμενα τόξα και στην κορυφή του ένα ξύλινο ομοίωμα περιστεριού, που συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα. Στο πίσω μέρος και πάνω από τα τεμνόμενα τόξα προεξέχουν δυο ξύλινα εξαπτέρυγα και ο σταυρός στη μέση. Με βελόνα και χοντρό σπάγγο αρμαθιάζουν εναλλάξ από ένα πορτοκάλι και ένα λεμόνι τα οποία δένονται στη συνέχεια στα τόξα και στους ορθοστάτες του «Θρόνου». Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται εποχιακά λουλούδια, συνήθως πρασινάδα από ταφλάνια.
Σήμερα λόγω των θερμοκηπίων, υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί μεγάλη ποικιλία λουλουδιών. Τα πορτοκάλια και τα λεμόνια διακοσμούνται με χρυσόσκονη και μοσχοκάρφια.
Αφού ολοκληρωθεί το στόλισμα του «Θρόνου», τοποθετείται στη βάση του η εικόνα της Βαπτίσεως του Χριστού. Στη συνέχεια ο «Θρόνος» μεταφέρεται και στήνεται στο μεσαίο κλίτος του Ναού, κάτω από τον πρώτο πολυέλαιο. Ακριβώς πάνω από το «Θρόνο» κρέμεται ένα στεφάνι στολισμένο με χρυσωμένα λεμόνια και πορτοκάλια και ενδιάμεσα από λουλούδια. Επίσης αρμαθιές από ένα λεμόνι και πορτοκάλι και χρωματιστές κορδέλες διακοσμούν τις εικόνες, τους πολυελαίους, τις κανδήλες και γενικά όλο το Ναό.
Το μεσημέρι, όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το στόλισμα του «Θρόνου» και τη διακόσμηση του Ναού, μαζί με τον Ιερέα και τους επιτρόπους, παρακάθονται σε κοινό τραπέζι με νηστήσιμα φαγητά. Μετά το φαγητό, τις διάφορες άλλες μικροεργασίες και τη γενική καθαριότητα του Ναού, κλείνει ο Ναός, ώστε ολοκάθαρος και πανέτοιμος να δεχτεί την άλλη ημέρα τους πιστούς.
Την επομένη, ανήμερα των Θεοφανείων, μετά τη Θεία Λειτουργία και πριν από την Απόλυση, όταν πλησιάζει η ώρα για την ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, χτυπούν ρυθμικά συγχρόνως οι καμπάνες και των δυο ενοριών. Στα προαύλια των Ιερών Ναών σχηματίζονται οι πομπές, καθώς προπορεύονται τα εξαπτέρυγα, τα φανάρια και τα λάβαρα. Ακολουθούν οι ψάλτες, ο Ιερέας και πίσω στη μέση ο στολισμένος «Θρόνος» βασταζόμενος από τέσσερις νέους που εναλλάσσονται κατά τη διαδρομή. Τέλος ακολουθεί το πλήθος των πιστών.
Οι εκκλησιαστικές πομπές φτάνουν, στην κεντρική πλατεία και πάνω σε ειδική εξέδρα στήνονται οι «Θρόνοι», ο ένας πλάι στον άλλο, μαζί με του Ιερείς και τους ψάλτες. Το εκκλησίασμα και των δυο Ενοριών καλύπτει όλη την πλατεία. Μπροστά από κάθε «Θρόνο» τοποθετείται τραπέζι και πάνω σ’ αυτό το δοχείο του Αγιασμού με νερό, καθώς επίσης το Ιερό Ευαγγέλιο, ο Σταυρός και κλάδοι βασιλικού.
Στη συνέχεια τελείται η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Παλαιότερα στην κεντρική πλατεία υπήρχε ένα μεγάλο πηγάδι και εκεί έψαλλαν τον Αγιασμό. Τη στιγμή κατά την οποία ψάλλεται το Απολυτίκιο της εορτής και οι Ιερείς βυθίζουν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ειδικό δοχείο με το νερό, προκειμένου να το αγιάσουν και ενώ ακούγεται η φράση «… και το πνεύμα εν είδει περιστεράς…» πλήθος άσπρων περιστεριών απολύεται μέσα από το πλήθος των πιστών και από τα μπαλκόνια των γύρω σπιτιών.
Οι πομπές, μετά την τέλεση της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, επιστρέφουν στους Ναούς. Εκεί τελείται η Απόλυση και στη συνέχεια διανέμεται το Αντίδωρο, ραντίζονται οι πιστοί και, αφού πάρουν μέσα σε ειδικό φιαλίδιο Μέγα Αγιασμό, ξεκινούν για τα σπίτια τους να τα αγιάσουν.
Από το έτος 1988 καθιερώθηκε μετά από πρωτοβουλία του Πρωτοπρεσβυτέρου Αθανασίου Κατζιγκά και σε συνεργασία με τον τότε μακαριστό Εφημέριο Αγίου Γεωργίου παπα – Αστέριο Παρταλιό, στην παραλία του Όρμου Επανομής, περίπου στις 12 το μεσημέρι, να τελείται η ακολουθία της ρίψεως του Τιμίου Σταυρού στα θαλάσσια ύδατα.
Την άλλη ημέρα, εορτή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά τη θεία Λειτουργία ομάδες ενοριτών με επικεφαλής του Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους περιέρχονται την Ενορία αφήνοντας σε κάθε σπίτι από ένα πορτοκάλι και λεμόνι ως ευλογία.
Μπορεί ο τρόπος εορτασμού των Θεοφανείων στην Επανομή και κυρίως ο στολισμός του «Θρόνου» να μην έχει ακριβώς αντίστοιχα παραδείγματα στον Ελλαδικό χώρο, ωστόσο όμως αναφέρονται ανάλογες περιπτώσεις στολισμού των Ναών με λεμόνια και πορτοκάλια, όπως στην Κερασιά (Καρά Μπουρνού), στα Βασιλικά, στο Μελισσοχώρι (Μπάλτζα) και στο Χορτιάτη. Για την περίπτωση της Κερασιάς το πιο πιθανό είναι το έθιμο να μεταδόθηκε από την Επανομή, λόγω των στενών σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ τους. Μια παραλλαγή του εθίμου συναντούμε και στο Λιτόχωρο Πιερίας. (Βλ. Κωνσταντίνου Καλοκύρη, «Τα ιερά δέντρα και το εξ’ ανατολής καταγόμενον Δέντρον των Χριστουγέννων», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ΙΗ’, 1973, σ. 18 – 19).
Το έθιμο αυτό του «Θρόνου», με τις όποιες κατά τόπους παραλλαγές, νοσταλγεί τη μεταφορά του νου και της ψυχής του πιστού στον οικείο τόπο που έγινε η Βάπτιση του Χριστού, στον Ιορδάνη ποταμό, γι’ αυτό και προσπαθεί έστω και με τον τρόπο αυτό δηλ. με το «Θρόνο» και τους στολισμούς, όπως γινόταν σύμφωνα με μαρτυρίες στην Ανατολή (βλ. Κωνσταντίνου Καλλινίκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Χριστιανικός Ναός και τα τελούμενα εν αυτώ , Αθήναι 1958, σ. 156), να αναπαραστήσει το οικολογικό περιβάλλον του Ιορδάνη. Το έθιμο αυτό έχει και συνέχεια σήμερα στην Κεφαλονιά. (ΒΛ. Δημητρίου Λουκάκου, «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών», Αθήνα 1984, σ. 171 – 174).
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση της Επανομής το έθιμο είναι παμπάλαιο και δε γνωρίζουμε με ακρίβεια πως έφτασε από τα βάθη της Ανατολής, όπου πρωτοεμφανίστηκε, μέχρι και την Επανομή. Ίσως κάποιοι Επανομίτες προσκυνητές των Αγίων Τόπων (Χατζήδες), αφού είδαν τι γινόταν στα Ιεροσόλυμα το εφήρμοσαν και στην Επανομή. (Για περισσότερες λεπτομέρειες, όσον αφορά τις ρίζες και την προέλευση του εθίμου στην Επανομή, βλ. Θεοχάρη Παζαρά, Ο στολισμός του «Θρόνου» με πορτοκάλια στην Επανομή κατά την εορτή των Θεοφανείων, περιοδικό «Η φωνή της Επανομής», Ιανουάριος 2003, τεύχ. 87).
Σχετικά τώρα με τους συμβολισμούς του εθίμου υπάρχουν διάφορες εικασίες.
Ίσως το εύκολο κύλισμα του λεμονιού και πορτοκαλιού πάνω στη γη, να συμβολίζει την εύκολο πλου των πλοίων, διότι οι Επανομίτες κατά το 1821, ύστερα από παραμονή τριών ή τεσσάρων χρόνων στα νησιά του Αιγαίου, όπου υπήρχε και εκεί το έθιμο αυτό, επέστρεψαν στο χωριό και πιθανόν έφεραν και το έθιμο.
Ίσως, επειδή τα πορτοκάλια και λεμόνια, όπως τοποθετούνται επάνω στο «Θρόνο» σχηματίζουν το σημείο του Σταυρού, δινόταν η ευκαιρία στους Χριστιανούς να αγιάσουν το χωριό σε μια εποχή «που τα ‘σκιαζε όλα η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Ακόμη, κατά πάσα πιθανότητα, με το μοίρασμα των πορτοκαλιών και των λεμονιών είχαν τη δυνατότητα να μπαίνουν μέσα στα σπίτια, χωρίς να τους υποψιάζονται οι Τούρκοι κατακτητές, μεταφέροντας έτσι επαναστατικά μηνύματα. Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να κάνουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο έθιμο του «Θρόνου» και στην τέλεση, της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού. Είναι γεγονός ότι το έθιμο του «Θρόνου» έχουμε υποχρέωση και οφείλουμε να το διαφυλάξουμε ως ιερή παρακαταθήκη και όχι απλά να το συνεχίσουμε, αλλά να του δώσουμε και την εκκλησιαστική λαμπρότητα που του αξίζει. Άλλωστε κανένας δεν προσπάθησε να το αλλοιώσει ή να το καταργήσει.
Για ποιο λόγο όμως θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το χώρο του Ναού και να τελέσουμε μακριά απ’ αυτόν την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού; Σε καμία περιοχή, όπου υπάρχει το έθιμο αυτό, δεν τελείται η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού εκτός του Ναού. Στην Επανομή επικράτησε, γιατί στην κεντρική πλατεία υπήρχε το πηγάδι και μάλιστα η ακολουθία ετελείτο μετά τη Μεγάλη Δοξολογία, επέστρεφαν στον Ναό και συνεχιζόταν η θεία Λειτουργία. Δε νοείται ο λειτουργός Ιερέας να εγκαταλείπει τη θεία Κοινωνία στην Πρόθεση και να «φεύγει» από τον Ναό για οποιοδήποτε έθιμο. Μόνο στα Ιεροσόλυμα την ημέρα των Θεοφανείων ο Πατριάρχης με τους πιστούς κατέβαινε στον Ιορδάνη ποταμό, όπου και τελούσε για δεύτερη φορά την ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Και αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στο Τυπικό της Εκκλησίας μας, θα ακολουθήσουμε αυτό που αναφέρεται στο Ιερατικό «Μετά την Οπισθάμβωνον ευχήν εξερχόμεθα πάντες εν τη φιάλη του αγιάσματος…». (Ιερατικόν Αποστολικής Διακονίας, εκδ. Δ’ 2002, σ. 257).
Η διαφοροποίησή μας λοιπόν είναι όχι στο έθιμο του «Θρόνου» αλλά στο χώρο που τελείται η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, που δεν μπορεί να είναι άλλος εκτός από τον Ναό ή τη φιάλη που βρίσκεται στο προαύλιο του Ναού, όπως ορίζει και η εκκλησιαστική τάξη.

ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ


Στην αρχαιότητα και κατά τους μέσους χρόνους οι πόλεις – κράτη, προκειμένου να εξασφαλίσουν την άμυνά τους και να αποτρέψουν την άλωσή τους από τις εχθρικές επιθέσεις, περιμετρικά της πόλεως, έκτιζαν ισχυρά τείχη με ψηλούς πύργους από τους οποίους παρακολουθούσαν τις κινήσεις του εχθρού και προάσπιζαν την πόλη τους.
Κάτι παρόμοιο, με μεταφορική πνευματική σημασία, συμβαίνει και με την Επανομή. Διαπιστώνει κανείς ότι περιμετρικά όλη η Επανομή περικλείεται από εξωκκλήσια και μικρά προσκυνητάρια. Λες και ανυψώνεται το τείχος της Ορθοδοξίας με πύργους τα εξωκκλήσια, οι Άγιοι των οποίων φυλάγουν σκοπιά, προστατεύοντας τους πιστούς από τις επιδρομές των αλλοθρήσκων. Πράγματι κάθε προσπάθεια προσηλυτισμού και κακόδοξης διδασκαλίας από αλλόθρησκους και αιρετικές παραφυάδες έπεσε στο κενό. Στην Επανομή δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος αποδοχής και εξάπλωσης αιρετικών παραφυάδων.
Η Επανομή είχε το δικό της τρόπο με τον οποίο πλαισίωνε, πέρα από τη θεία Λειτουργία, με διάφορες λαϊκές εκδηλώσεις την τιμή προς τους εορταζομένους Αγίους της. Αν και η σπουδαιότερη ενοριακή πανήγυρή της ήταν η 15η Αυγούστου (εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), η εορταστική βαρύτητα έπεφτε σε άλλες εορτές, όπως της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου), που ήταν και η παλαιότερη, και του αγίου Αργυρίου (11 Μαΐου).
Το κάθε πανηγύρι είχε εκτός από τα κοινά χαρακτηριστικά (φαγοπότι, γλέντι) και κάτι το ιδιαίτερο, όπως πάλεμα και ιπποδρομίες. Βέβαια «τιμή μάρτυρος μίμησης μάρτυρος» (Ι, Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Μάρτυρας Α’. ΕΠΕ 36, 568. PG 50, 663) αλλά την εποχή εκείνη δεν υπήρχε άλλος τρόπος διασκέδασης και επικοινωνίας των κατοίκων. Σήμερα όλα αυτά έχουν περιοριστεί δίνοντας προτεραιότητα όχι στην ψυχαγωγία, αλλά στη συμμετοχή της ψυχής στο μαρτύριο του Αγίου με την προσέλευση του πιστού στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)

ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (27 ΙΟΥΛΙΟΥ)

ΑΓΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (7 ΙΟΥΛΙΟΥ)

ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ (12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

ΠΑΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ (8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

ΑΓΙΟΥ ΘΕΡΑΠΟΝΤΑ (27 ΜΑΙΟΥ)

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ


 


Σχετικά με την ανέγερση και την ιστορία του Εκκλησιαστικού Κέντρου αναφέρουμε αρχικά τα όσα καταχωρεί ο αείμνηστος δάσκαλος Αθανάσιος Θ. Τσακνάκης στο βιβλίο του, Χρονικά της Χαλκιδικής, Επανομή, Ιστορία – Λαογραφία, τεύχη 17 – 18, σ. 30 – 31. «Η εκκλησιαστική κίνηση και η πνευματική ζωή στην Επανομή παρουσιάζεται από το έτος 1965 εξαιρετικά έντονη. Κηρύγματα, διαλέξεις τακτικές απογευματινές ομιλίες, κατηχητικά σχολεία όλων των τύπων, ιδιαίτερες μαθητικές ομάδες αποτελούν τα γνωρίσματά της.Αλλά η πολλαπλή αυτή πνευματική εργασία με την ενθουσιώδη και πολυπληθή παρουσία των ευσεβών Επανομιτών και ιδιαίτερα της νεότητας δημιουργεί αμέσως απ’ την αρχή πρόβλημα στέγασής της σε ιδιαίτερο και ευρύχωρο εκκλησιαστικό οίκημα. Οι κάτοικοι συνειδητοποίησαν την ανάγκη αυτή και άρχισε η σχετική προεργασία. Στις 19 του Γενάρη 1966 και μέσα στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου έγινε σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος πολλοί ενορίτες, συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα, υποδείχτηκαν αμέσως ευσεβή και ευυπόληπτα πρόσωπα για την ερανική επιτροπή και όλοι ανέλαβαν να διαφωτίσουν τους κατοίκους σχετικά με την απόφαση που είχε ληφθεί. Γενική, σχεδόν, ήταν η επιδοκιμασία και η ευχαρίστηση των κατοίκων και προθυμότατη η συμπαράστασή τους. Πρώτος στο προσκλητήριο προσήλθε ο εκλεκτός μηχανικός κ. Δημήτριος Σαμαράς, ο οποίος πρόθυμα ανέλαβε την δωρεάν εκπόνηση των σχεδίων και την επίβλεψη του έργου ως την αποπεράτωσή του. Η προσφορά του αυτή προκάλεσε ευμενέστατα σχόλια και τράβηξε την αγάπη και την εκτίμηση των κατοίκων. Στη συνέχεια δόθηκε το παρόν απ’ όλους τους κατοίκους και άλλους φίλους της Επανομής. Η προθυμία με την οποία πρόσφεραν σε χρήμα, σε σιτάρι, σε βαμβάκι, σε προσωπική εργασία, σε μεταφορά υλικών ήταν συγκινητική και παραδειγματική. Το έργο θεμελιώθηκε στις 3 Απριλίου του 1966, Κυριακή των Βαΐων, από τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρό Παντελεήμονα Α΄και μέσα σε δύο χρόνια ετελείωσε. Σήμερα αποτελεί, κατά κοινή ομολογία, λαμπρό κόσμημα για την Επανομή και μεγάλο πνευματικό και εκπολιτιστικό κέντρο. Βρίσκεται μέσα στον περίβολο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και κτήμα. Είναι 250 τμ. Διαθέτει μεγάλη αίθουσα διαλέξεων, κινηματογραφικών και μορφωτικών προβολών και ψυχαγωγίας, σκηνή για θεατρικές παραστάσεις, βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο και περίπου 350 καθίσματα. Έχει βάσεις για τρεις ορόφους και μέχρι της στιγμής εστοίχισε 250 χιλιάδες δραχμές. Το μεγάλο αυτό εκκλησιαστικό πνευματικό κέντρο από το 1968 προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Επανομή. Έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες διαλέξεων, κινηματογραφικών προβολών, θεατρικών παραστάσεων, εορταστικών συγκεντρώσεων, ψυχαγωγικών εκδηλώσεων και μέσα σ’ αυτό γίνονται όλα τα μαθήματα των Κατηχητικών σχολείων.  Διαθέτει βιβλιοθήκη, η οποία ικανοποιεί τις προτιμήσεις μεγάλου αριθμού αναγνωστών. Αλλά και η παιγνιοθήκη θα εμπλουτισθεί σε λίγο με πολλά επιτραπέζια και άλλα παιχνίδια, ώστε να βρίσκουν πολλά παιδιά εύκολα την ευχάριστη και εποικοδομιτική ψυχαγωγία τους.» ‘Ολ’ αυτά δικαιολογούν την αγάπη με την οποία περιβάλλουν το Κέντρο αυτό οι Επανομίτες και την προθυμία με την οποία συνεισφέρουν για την απρόσκοπτη λειτουργία του». Εμπνευστής και πρωτεργάτης της όλης προσπάθειας για την ανέγερση και οργάνωση του Εκκλησιαστικού αυτού Κέντρου ήταν ο Μέγας Αρχιμανδρίτης παπα – Γρηγόριος Μιχαηλίδης. Δυστυχώς όμως, μετά την αποχώρησή του μετατράπηκε σε αίθουσα τελετών (μνημοσύνων και κηδειών). Ελάχιστα βιβλία διασώθηκαν, ενώ η σκηνή μεταβλήθηκε σε χώρο αποθηκευτικό και συγκομιδής απορριμμάτων.  Από το έτος 1986 άρχισε η ανακαίνιση και η διαμόρφωσή του. Το μικρό γραφείο χρησιμοποιήθηκε για αποθήκη. Η σκηνή καταργήθηκε και ο χώρος που κάλυπτε διαμορφώθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως γραφείο. Ο υπόλοιπος χώρος, αφού εξωραΐστηκε και εξοπλίστηκε, διαμορφώθηκε έτσι ώστε να εξυπηρετεί δυο σκοπούς: τον αρχικό τους ως Εκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο και παράλληλα ως αίθουσα τελετών. Στα πλαίσια του θεσμού των «ΑΡΓΥΡΙΩΝ» πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1986 και συνεχίστηκαν μέχρι το 1994, συναντήσεις χορωδιών και συναυλιών Βυζαντινής Μουσικής. Παρουσιάστηκαν επίκαιρες εορταστικές εκδηλώσεις και ομιλίες. Παρουσιάσεις παιδικών χορωδιών σε εθνικές εορτές και διάφορες άλλες ενοριακές εκδηλώσεις. Από το έτος 1994 κατά το οποίο εγκαινιάστηκε το νέο το νέο Εκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο των Ενοριών της Επανομής «Ο Άγιος Αργύριος», το οποίο στεγάζεται στην κατακόμβη του ομωνύμου Ιερού Ναού, η αίθουσα της Παναγίας χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο ως αίθουσα τελετών.

Παπα – Γρηγόριος Μηχαηλίδης
Μέγας Αρχιμανδρίτης

Γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1935 στο χωριό Πλεύρωμα της Έδεσσας. Σε ηλικία 13 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Από τον τότε Μητροπολίτη Έδεσσας κυρόν ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ στέλνεται για σπουδές στην Πατμιάδα Σχολή. Ως φοιτητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. επισκέπτεται την Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους και χειροθετείται δόκιμος από τον τότε ηγούμενο Αρχιμανδρίτη Βησσαρίωνα. Στις 11 Ιουλίου 1958 εκάρη μοναχός στον ιερό Ναό αγίου Γεωργίου – Ροτόντα, ενώ στις 13 του ίδιου μήνα χειροτονείται Διάκονος στον ιερό Ναό αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε στις 12 Απριλίου στον Ιερό Ναό αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως. Υπηρέτησε ως ιεροκύρηκας στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και ως στρατιωτικός Ιερέας στη Γυάρο και τον Έβρο. Για την προσφορά του στην ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης του δόθηκε το οφφίκιο του Μεγάλου Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε την Εκκλησία μέχρι το έτος 1992, όταν, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο τον καθήλωσε σε αναπηρική πολυθρόνα. Κοιμήθηκε εν Κυρίω το έτος 2001.

ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΙ ΠΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

Στον Ναό της Παναγίας εργάστηκαν οι Κουλακιώτες αγιογράφοι Μαργαρίτης Λάμπου και ο ανεψιός του Νικόλαος Κωνσταντίνου. Αυτοί ανήκουν σε μια γνωστή «συντεχνία» αγιογράφων που έδρασαν το 19ο αι. στην Κεντρική Μακεδονία και κυρίως στην περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη. (Βλ. Δ. Ευγενίδου. «Μία ‘συντεχνία’ αγιογράφων του 19ου αι. από την Κουλακιά», Μακεδονία 22 (1982), σ. 180 κ.ε.).

Του Μαργαρίτη Λάμπου, ο οποίος δρα στο πρώτο μισό του 19ου αι., είχαν εντοπισθεί ως τώρα οκτώ Δεσποτικές εικόνες και ένα Βημόθυρο ενώ του αποδίδεται μια σειρά εικόνων και ενός αποστολικού Τέμπλου (1813) από το Χορτιάτη. Μια εικόνα του, της Αγίας Αικατερίνης με χρονολογία 1838, υπάρχει στον Ναό της Παναγίας. Και σ’ αυτά τα έργα του διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά της τέχνης του Μαργαρίτη Λάμπου, όπως τα έχει επισημάνει η Δέσποινα Ευγενίδου: «σκούρος προπλασμός των προσώπων, μεγάλα μάτια σχεδιασμένα με σκούρο χρώμα, γραμμικές ρυτίδες και τα γενικότερα γνωρίσματα της εποχής, χρυσοποίκιλτοι θρόνοι, φωτοστέφανα χρυσά με εμπίεστα αστέρια, διακοσμήσεις φυτικές στα υφάσματα και τα ρούχα των Αγίων και κάποια ελευθερία στη σύνθεση των πολυπρόσωπων σκηνών».



Ο Νικόλαος Κωνσταντίνου ανεψιός του Μαργαρίτη Λάμπου και γιος του Κωνσταντίνου Λάμπου, ανήκει στη δεύτερη γενιά των Κουλακιωτών αγιογράφων. Ο Νικόλαος έδρασε στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Για το Ναό της Παναγίας αγιογράφησε το 1865 το πλαϊνό Βημόθυρο στο Τέμπλο, το 1867 μια εικόνα με τέσσερις Ευαγγελικές σκηνές και στα 1868 την εικόνα των Αρχαγγέλου Γαβριήλ στη θύρα της Προθέσεως.





Ακόμη στον Ναό της Παναγίας έχει εργαστεί και ο αγιογράφος Δημήτριος Δήτζος ή Δήνζος, που καταγόταν από το χωριό Τρέζανσε της επαρχίας Δίβρης. Στα σύνορα Αλβανίας και Σκοπίων, λίγο βορειότερα από την Αχρίδα. Από τη Δίβρη προέρχονται οι ξακουστοί ντεμπρελήδες κτίστες, που ήταν εγκατεστημένοι στη Θεσσαλονίκη και δούλεψαν στην κατασκευή πολλών αρχοντικών της Θεσσαλονίκης του 19ου αι. (Βλ. Γ. Σφενδόνης « Ντεμπρελήδες και αρχιτέκτονες στην παλιά Θεσσαλονίκη», Μακεδονικόν Ημερολόγιον 1977, σ. 199 – 205 και κυρίως 204 κ.ε. Β. Δημητριάδη, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας 1430 – 1912, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 288, σημ. 80). Ο αγιογράφος αυτός εγκαταστάθηκε μαζί με τα αδέλφια του στην Επανομή γύρω στα 1865, σύμφωνα με πληροφορία του Σπύρου Νάκου, κατοίκου Επανομής, του οποίου ο παππούς από την πλευρά της μητέρας του ήταν αδελφός του αγιογράφου. Έργα του είναι τρεις εικόνες στο Τέμπλο, δύο του 1865 με τον Χριστό Παντοκράτορα και μία του 1866 με την Κοίμηση της Θεοτόκου.



Στον Ναό της Παναγίας υπάρχει και μία εικόνα παλαιότερη από την Ίδρυση του Ναού, η οποία παριστάνει τη Θεοτόκο ένθρονη αγιογραφημένη στα 1825 από τον επίσης άγνωστο Αναστάσιο. Δε γνωρίζουμε αν η εικόνα αυτή προέρχεται από παλαιότερο Ναό της Επανομής ή είναι μεταφερμένη από αλλού.

Τέλος από το έτος 1995 εργάστηκε ο αγιογράφος Παναγιώτης Χατζόγλου, μαθητής του γνωστού αγιογράφου Νικολάου Π. Γεωργιάδη. Ο αγιογράφος αυτός, αφού εγκαταστάθηκε στην Επανομή, ιστόρησε ολόκληρο τον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου καθώς και τον Προσκυνηματικό Ναό του αγίου Αργυρίου. Έργα του ιδίου είναι ο Δεσποτικός θρόνος, ο Άμβωνας και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας.



ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ - ΙΕΡΟΨΑΛΤΕΣ - ΝΕΩΚΟΡΟΙ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

Α) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ
Το αξίωμα του Εκκλησιαστικού Επιτρόπου είναι τιμητικό. Το απονέμει η Εκκλησία σ’ εκείνους από τους Ενορίτες που διακρίνονται για την αγάπη και την αφοσίωσή τους σ’ Αυτήν και έχουν πνεύμα διακονίας και προσφοράς.
Στον κατάλογο που παραθέτουμε καταγράφονται τα ονόματα όσων διετέλεσαν Εκκλησιαστικοί Επίτροποι, σύμφωνα με τα στοιχεία που βρέθηκαν στο αρχείο του Ιερού Ναού, και συμπίπτουν με τη νεοϊδρυθείσα Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς (1974).

Χρονική περίοδος 1972 – 1974
Ντονούτσιος Αστέριος
Χριστοφόρης Δημήτριος
Τσιρώνας Θεόδωρος
Βάσιος Βασίλειος

Χρονική περίοδος 1975- 1977
Ρήγας Νικόλαος
Σακκάς Αθανάσιος
Δήμου Αργύριος
Σκυλίτσης Θεόδωρος

Χρονική περίοδος1978 - 1980
Τσιρώνας Θεόδωρος
Σακκάς Αθανάσιος
Δήμου Αργύριος
Καβαρδίνας Χρήστος

Χρονική περίοδος 1981 – 1983
Καβαρδίνας Χρήστος
Τσιρώνας Θεόδωρος
Πέτκος Μενέλαος
Σακκάς Αθανάσιος

Χρονική περίοδος 1984 - 1986
Τσιρώνας Θεόδωρος
Ιγγλέζης Δημήτριος του Αποστόλου
Ντίτσιος Αθανάσιος
Σακκάς Αθανάσιος

Χρονική περίοδος 1987 – 1989
Πράτανος Αστέριος
Σικοβάρης Αντώνιος
Ντονούτσιος Αστέριος
Σαμαράς Παναγιώτης

Χρονική περίοδος 1990 – 1992
Χριστοφόρης Αντώνιος
Ιγγλέζης Δημήτριος του Αποστόλου
(Λειβαδιώτης Κωνσταντίνος) Αντικαταστάθηκαν από τους
(Κουλαρτσάς Δημήτριος ) Ντόκα Χρήστο και Μόκκα Βασίλειο

Χρονική περίοδος 1993 – 1995
Χριστοφόρης Αντώνιος
Ιγγλέζης Δημήτριος του Αποστόλου
Ντόκας Χρήστος
Μόκκας Βασίλειος

Χρονική περίοδος 1996 - 1998
Σικοβάρης Αντώνιος
Ρήγας Γεώργιος
Ιγγλέζης Δημήτριος του Γεωργίου
Λάτσιος Γρηγόριος

Χρονική περίοδος 1999 – 2001
Μαγγλάρης Αστέριος
Βογιατζής Γεώργιος
Αναγνώστου Μιχαήλ
Γέργος Νικόλαος

Χρονική περίοδος 2002 – 2004
Αναγνώστου Μιχαήλ
Δημιάνης Θωμάς
(Ιγγλέζης Δημήτριος του Γεωργίου) Αντικαταστάθηκαν από τους
(Γέργος Νικόλαος) Σαράφη Απόστολο και Μουστάκα Νικόλαο

Χρονική περίοδος 2005 – 2007
Αναγνώστου Μιχαήλ
Μουστάκας Νικόλαος
Σαράφης Απόστολος
Πρώϊος Γεώργιος

Χρονική περίοδος 2008 – 2010 & 2011-2013
Αναγνώστου Μιχαήλ
Σαράφης Απόστολος
Πάτσου Θωμάς
Πασχαλιάς Παναγιώτης

Β) ΙΕΡΟΨΑΛΤΕΣ
Παπαγεωργίου Αθανάσιος
Στράβας Αντώνιος
Τσακνάκης Πασχάλης
Περπερής Αθανάσιος
Τσακνάκης Νικόλαος
Βουδούρης Θεόδωρος
Χριστοδουλής Νικόλαος
Τσιούλας Πανταζής
Καζανάς Άγγελος
Παντελής Αθανάσιος
Νανάκος Ευάγγελος
Αχτινούδης Άγγελος
Τσερβένης Πρόδρομος
Κατζιγκάς Χρήστος
Καραγκιόζης Σταύρος

Γ) ΝΕΩΚΟΡΟΙ

Βελιάνης Αθανάσιος
Νάνακος Σταύρος
Μουστάκας Νικόλαος
Ναούμ Δημήτριος
Λιάσκος Λάζαρος
Γαλανίκας Γεώργιος
Δημιάνης Θωμάς
Κατζιγκάς Γεώργιος
Μαραντίδης Φώτιος

ΙΕΡΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΚΟΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

Αποδίδουμε φόρο τιμής, με πολύ σεβασμό, στους μακαριστούς Ιερείς που διετέλεσαν Εφημέριοι στον ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σ’ όλους εκείνους που προσέφεραν την ταπεινή διακονία τους στο άγιο Θυσιαστήριο της Ενορίας αυτής, αλλά και την ποιμαντική μέριμνά τους στον Λαό του Θεού.
Αν και έζησαν σε δύσκολα χρόνια προσπάθησαν να διακονήσουν το ιερό Θυσιαστήριο με αυτοθυσία, να διαφυλάξουν την πίστη μας, να διασώσουν την εκκλησιαστική μας παράδοση και να αναλώσουν τον εαυτό τους ως προσφοράν προς δόξαν Θεού.
Σ’ όσους έχουν καταταγεί στην εν ουρανοίς θριαμβεύουσα Εκκλησία, κύκλωθεν του ουρανίου Θυσιαστηρίου «αιωνία η μνήμη». Σ’ εκείνους που αγωνίζονται στην επί γης στρατευομένη Εκκλησία και συνεχίζουν να διακονούν, ευχόμεθα ολόψυχα, να καταστούν άξιοι της Ιερωσύνης τους και γνήσιοι εν Χριστώ αδελφοί των προκατόχων τους.

Παπα – Αντώνιος Τυμπάνης
Παπα – Εμμανουήλ Παπαγεωργίου
Παπα- Αντώνιος Παπανικολάου
Παπα – Γρηγόριος Τσακνάκης
Παπα – Γρηγόριος Παπαγρηγορίου
Παπα – Γεώργιος Οικονομίδης
Παπα – Ιωάννης Βακούλας
Παπα – Σπυρίδων Ιωάννου
Παπα – Αθανάσιος Κατζιγκάς
Παπα – Μιχαήλ Βλέτσης
Παπα – Νικόλας Πίσπας
Παπα – Βασίλειος Καραβασίλης
Παπα – Γεώργιος Κατζιγκάς

Στη συνέχεια παράθετουμε όσα βιογραφικά στοιχεία μπορέσαμε να συγκεντρώσαμε απ’ αυτούς.

Παπά- Αντώνιος Τυμπάνης

 Σύμφωνα με μαρτυρίες των συγγενών απογόνων του, γεννήθηκε το έτος 1868. Παντρεύτηκε το έτος 1895 σε ηλικία 27 ετών και απέκτησε από το γάμο του πέντε παιδιά. Μετά δέκα χρόνια, το έτος 1905, χειροτονείται Κληρικός. Υπηρέτησε Εφημέριος στον ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου μέχρι το 1938. Κοιμήθηκε τo έτος 1948 σε ηλικία 80 ετών.












Παπά – Γρηγόριος Τσακνάκης,
Πρωτοπρεσβύτερος – Εκπαιδευτικός

Γεννήθηκε το 1903 στην Επανομή. Σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο της αγίας Αναστασίας. Εργάστηκε ως δάσκαλος στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Επανομής, επί 32 χρόνια (1930 – 1962). Τα δύο τελευταία χρόνια (1962 – 1964) δίδαξε στο Δημοτικό Σχολείο Ιερισσού, μετά από αμοιβαία μετάθεση με το γιο του Αντώνιο. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1939 από τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρό ΓΕΝΝΑΔΙΟ, του οποίου ήταν πνευματικό παιδί. Το 1941 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής ως Εφημέριος. Παραιτήθηκε το 1962 λόγω της μεταθέσεώς του στο Δημοτικό Σχολείο Ιερισσού. Έκτοτε προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του στις Ιερές Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης και Καλαμαριάς, αναπληρώνοντας ασθενείς Ιερείς σε διάφορους Ναούς. Για το λόγο αυτό, αλλά και επειδή έχαιρε εκτιμήσεως από τους Μητροπολίτες των προαναφερθέντων Μητροπόλεων, του απονεμήθηκε το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου. Κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1978 σε ηλικία 75 ετών.




Παπά – Γεώργιος Οικονομίδης

Γεννήθηκε το 1911 στην Επανομή. Μετά το Δημοτικό φοίτησε στο Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο της Ι. Μ. Αναστασίας στα Βασιλικά. Το 1940 έλαβε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας. Η δια θαύματος σωτηρία του αποτέλεσε την αφορμή να περιβληθεί το ιερατικό σχήμα το έτος 1947, τέσσερα χρόνια μετά από το γάμο του από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Παλαιοημερολογίτης, όπως άλλωστε και όλη του η οικογένεια, λειτουργούσε στον Ναό της Παναγίας Ευαγγελίστριας. Κατά την περίοδο των παλαιοημερολογίτικων διαμαχών τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό, αναγκάζεται να διαφύγει στη Θεσσαλονίκη όπου συλλαμβάνεται και αποσχηματίζεται. Το 1955 επιστρέφει στην Επανομή, εντάσσεται στο νέο ημερολόγιο και τοποθετείται Εφημέριος από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρό ΓΕΝΝΑΔΙΟ, του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής μέχρι τη συνταξιοδότησή του 1η Ιουνίου 1988. Κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1995.






Παπά – Ιωάννης Βακούλας
Πρωτοπρεσβύτερος

Γεννήθηκε στο Πετρωτό Καρδίτσας το έτος 1924. Παντρεύτηκε το 1947 και απέκτησε από το γάμο του τέσσερα παιδιά. Μέχρι το 1955 υπηρετούσε ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Την 1η Ιανουαρίου 1956 χειροτονείται Διάκονος από το Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος κυρό ΚΥΡΙΛΛΟ και Πρεσβύτερος στις 14 Σεπτεμβρίου 1956 από το Μητροπολίτη Κίτρους κυρό ΒΑΡΝΑΒΑ. Στις 19 Οκτωβρίου 1962 μετατίθεται στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και διορίζεται Εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής. Το έτος 1968 μετατίθεται στον Ιερό Ναό Ταξιαρχών (Κουρί) Καλαμαριάς και υπηρετεί εκεί ως εφημέριος μέχρι το έτος 2001 οπότε και συνταξιοδοτείται. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Ιερά Μητρόπολη Καλαμαριάς, ως Γραμματέας και Ταμίας, του απονεμήθηκε το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβύτερου. Κοιμήθηκε εν Κυρίω το 2005.







Παπά – Αθανάσιος Κατζιγκάς
Πρωτοπρεσβύτερος- Εκπαιδευτικός

Γεννήθηκε στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης το 1952. Φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Αγίας Αναστασίας από το 1965 μέχρι το 1969. Το 1975 έλαβε το πτυχίο του Ιεροδιδασκάλου. Παντρεύτηκε το 1975 και απέκτησε από το γάμο του τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1976 και Πρεσβύτερος το 1977 από το Μητροπολίτη Ιερισσού Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κυρό ΠΑΥΛΟ. Το 1983 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και το 1996 το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ειδίκευσης στον τομέα της Χριστιανικής Γραμματείας. Το 1993 έλαβε το πτυχίο Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής. Από το 1977 μέχρι και τον Ιούνιο του 1985 υπηρέτησε ως εφημέριος στον ιερό Ναό αγίου Γεωργίου Παλαιοχώρας Χαλκιδικής. Στη Μητρόπολη Ιερισσού ασκούσε και τα καθήκοντα του Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ζ’ Αρχιερατικής Περιφέρειας. Για τις υπηρεσίες αυτές του δόθηκε το οφφίκιο του Σταυροφόρου Οικονόμου. Τον Ιούλιο του 1985 διορίζεται ιερατικώς προϊστάμενος και πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής στον οποίο υπηρέτησε μέχρι το έτος 2010. Από το 1992 έχει και τη διοικητική ευθύνη του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού αγίου Αργυρίου. Από το Μητροπολίτη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς του απονεμήθηκε το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου και το λειτούργημα της Πνευματικής πατρότητας (Εξομολόγου). Υπηρέτησε ως δάσκαλος της Χαλκιδικής, Τριλόφου καθώς και στα Σχολεία 1ο και 2ο Επανομής. Διετέλεσε Διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείου Τριλόφου και από το 1997 μέχρι και το έτος 2008 που συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθυντής στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Επανομής. Στις 29 Ιουνίου 2005 τιμήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με το παράσημο του αποστόλου Παύλου. Στο δυναμικό της οικογένειάς του έχει τρεις Κληρικούς και έναν στρατιωτικό.

Παπά – Βασίλειος Καραβασίλης,
Οικονόμος
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1957. Αποφοίτησε αρχικά από Τεχνική Σχολή και στη συνέχεια από την Επιμορφωτική Ιερατική Σχολή Έδεσσας. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 1η Ιουνίου 1985 και Πρεσβύτερος στις 24 Ιουνίου 1985 από το Μητροπολίτη Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κυρό ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. Προϋπηρέτησε ως Πρεσβύτερος στο παλαιό ημερολόγιο. Υπηρέτησε ως Εφημέριος στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Εκκλησιοχωρίου Έδεσσας μέχρι την 1η Μαΐου 1992. Στη συνέχεια εντάχθηκε στη δύναμη της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς υπηρετώντας στον Ιερό Ναό αγίου Νικολάου Αγγελοχωρίου. Από τις 30 Απριλίου 1993 υπηρετεί στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής μέχρι και το έτος 2007 οπότε μετατήθεται στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Επανομής. Από το γάμο του απέκτησε τέσσερα παιδιά. Στις 26 Οκτωβρίου 2005 έλαβε από τον Μητροπολίτη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς κ. ΠΡΟΚΟΠΙΟ, το οφφίκιο του Οικονόμου.





Παπα-Γεώργιος Κατζιγκάς

Γεννήθηκε στην Παλαιόχωρα Χαλκιδικής το 1980. Το 1985 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Επανομή. Απόφοιτος της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Θεσσαλονίκης, της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής Θεσσαλονίκης και της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Το 2001 νυμφεύθηκε και από το γάμο του απέκτησε τρία παιδιά. Το 2002 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς κύριο Προκόπιο και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Καλαμαριάς ενώ ταυτόχρονα διακονούσε ως βοηθός στο Γραφείο Γάμων της Ιεράς Μητροπόλεως. Το 2007 χειροτονείται Πρεσβύτερος, τοποθετείται ως εφημέριος στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής και του ανατέθηκε το Ενοριακό Φιλόπτωχο Ταμείο. Το έτος 2010 διορίζεται Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Επανομής και Αναπληρωτής Προέδρου του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού Αγίου Αργυρίου Επανομής.


ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΑΝΟΜΗΣ


Στη ΝΔ γωνία του Ναού και σε απόσταση 2,0μ. απ’ αυτόν υψώνεται με επιβλητική μεγαλοπρέπεια το τετραώροφο κωδωνοστάσιο (καμπαναριό), που έχει πυργοειδή μορφή και τετραγωνική κάτοψη, όπως τα κωδωνοστάσια που βρίσκουμε κυρίως στα μοναστήρια του Αγίου Όρους (βλ. Χ. Μπάρλα, Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων, εν Αθήναις 1959, σ.47), αλλά και στους περισσότερους μεταβυζαντινούς Ναούς της Μακεδονίας. (Βλ. Μουτσοπούλου, Οι Εκκλησίες του Νομού Πέλλης, σ. 100).
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το έτος της κατασκευής του. Κατά πάσα πιθανότητα να κατασκευάστηκε αργότερα απ’ ότι ο Ναός και τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι την εποχή αυτή της Τουρκοκρατίας απαγορευόταν η ανέγερση κωδωνοστασίων. (Βλ. Μουτσοπούλου, Οι Εκκλησίες του Νομού Πέλλης σ. 100).
Τα παλαιά ξύλινα πατώματα και οι ξύλινες σκάλες έχουν αντικατασταθεί την 10ετία του 1970 με μπετόν και σίδηρο αντίστοιχα, ενώ σιδερένια είναι και η πόρτα εισόδου του σ’ αυτό. Είναι κτισμένο με πελεκητή πέτρα τα περιοχής. Η δόμησή του καθ’ ύψος διακόπτεται από δυο γεισώματα, ένα στην απόληξη της ημικυκλικής (φθίνουσας καθ’ ύψος) σκάλας περίπου στα 90 εκ. και ένα στο δάπεδο του τρίτου ορόφου.
Οι δύο πρώτοι όροφοι είναι τυφλοί, χωρίς παράθυρα περιμετρικά, (το ισόγειο των πυργοειδών κωδωνοστασίων μένει αδιάρθρωτο, διότι αυτά χρησιμοποιούνταν και ως αμυντήρια, (βλ. Χ. Μπάρλα, Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων, εν Αθήναις 1959, σ. 48), ενώ ο τρίτος και ο τέταρτος έχουν από τέσσερα ημικυκλικά ανοίγματα, ένα σε κάθε όψη, με μεγαλύτερα (καθ’ ύψος) αυτά του τετάρτου ορόφου, όπου είναι κρεμασμένες και οι καμπάνες. Στα σημεία της χορδής των ημικυκλικών (τοξωτών) ανοιγμάτων έχουν τοποθετηθεί στο στάδιο της κατασκευής μεταλλικές λάμες με εξωτερικά σφηνοειδή «κλειδιά».
Στην ανατολική και βόρεια πλευρά και πάνω από τα τοξωτά ημικυκλικά ανοίγματα έχει τοποθετηθεί «πλάκα» ωρολογίου (1980), που είναι δωρεά των οικογενειών Δήμητρας Σινάκου – Σκλαβούνου, Αντωνίου και Ζαχαρία Σινάκου στη μνήμη των γονέων τους. Η απόληξη της κάθε πλευράς του καμπαναριού δημιουργεί αέτωμα με αποτέλεσμα η κάτοψη της στέγης να είναι οκτάκλινης και να έχει αστεροειδή μορφή.
Η επικάλυψη της γινόταν (1986) με μολυβδόφυλλα, εκ των οποίων τα περισσότερα έχουν αποκολληθεί και λείπουν. Χαρακτηριστικά επίσης είναι τα τυφλά αψιδώματα που δημιούργησε ο ανώνυμος πρωτομάστορας καθ’ ύψος των τυφλών πλευρών των δύο πρώτων ορόφων. Πρόκειται τελικά για μια λιτή, δαντελένια, στέρεα, άρτια και πολύ προσεγμένη κατασκευή, που εκτός του αυστηρό μοναστηριακό της ύφος και την απέριττη ομορφιά, δεσπόζει στον περίβολο του Ναού, σηματοδοτεί το κέντρο της Επανομής και ο Σταυρός στη στέγη του αποτελεί το ψηλότερο σημείο επαφής του γήινου με το θείο.
Η λιθοδομή ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση μέχρι και το δάπεδο του τρίτου ορόφου. Σοβαρό πρόβλημα υπήρχε όμως στον τελευταίο όροφο στον τρούλο εσωτερικά και επίσης στην εσωτερική επιφάνεια όλης της λιθοδομής του τετάρτου ορόφου. Είχε αποκολληθεί το συνδετικό κονίαμα, ανάμεσα στις πέτρες της λιθοδομής και κάποιες απ’ αυτές ήταν έτοιμες να αποκολληθούν.

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 
Ο Ναός είναι δισυπόστατος, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στο Μεγαλομάρτυρα άγιο Δημήτριο το Μυροβλήτη. Αυτό προκύπτει τόσο από την ύπαρξη δεύτερης Αγίας Τράπεζας στα δεξιά του Ιερού Βήματος (σήμερα στην κόγχη δεσπόζει τοιχογραφία που εικονίζει τον άγιο Δημήτριο), η οποία αντιστοιχεί στο παρεκκλήσι του αγίου Δημητρίου, καθώς και ιδιαίτερη Ωραία Πύλη, όσο και από το γεγονός ότι στην εορτή του Αγίου Δημητρίου γινόταν και γίνεται μονοκκλησία στον Ναό της Παναγίας. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το πότε και από ποιον εγκαινιάστηκε ο Ναός. Άξιον απορίας είναι το γιατί, ενώ η εικόνα του αγίου Αργυρίου βρισκόταν στα βημόθυρα από το έτος 1853, πριν από την ανέγερση του Ναού της Παναγίας (1865) δεν δόθηκε το όνομα του Ναού σ’ αυτόν, ως ο Άγιος της Επανομής, ή δεν του αφιερώθηκε η δεύτερη Αγία Τράπεζα. Η ύπαρξη της εικόνας του αγίου Αργυρίου στα Βημόθυρα, πριν από την ανέγερση του Ναού της Παναγίας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτά ανήκουν σε προγενέστερο Ναό ίσως και στον προϋπάρχοντα κοιμητηριακό Ναό.
Σε γενικές γραμμές ο Ναός της Παναγίας αντιγράφει τον προγενέστερο απ’ αυτόν ναό του αγίου Γεωργίου. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης Βασιλικής, που είναι ευρύτατα διαδεδομένος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τόσο στο βορειοελλαδικό χώρο όσο και στα νησιά. Οι εξωτερικές διαστάσεις του Ναού είναι 29x14 μ. Καλύπτεται με ξύλινη δίρριχτη στέγη, που παρουσιάζει τριγωνική απότμηση στα δύο άκρα της στέγης, ανατολικό και δυτικό, όπως συνηθίζεται στις Βασιλικές εκείνης της εποχής με αποτέλεσμα η στέγη της να γίνεται ουσιαστικά τετράριχτη.
Ο Ναός είναι λιθόκτιστος με ξύλινη στέγη και επικάλυψη με ευρωπαϊκά κεραμίδια. Στην αρχική της μορφή η στέγη είχε επικάλυψη με σχιστολιθικές πλάκες. Ο τοίχοι του Ναού, πάχους 0,90 εκ. είναι κτισμένοι με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα, ένα σύστημα τοιχοδομίας τυπικό για τους Ναούς της Τουρκοκρατίας. (Βλ. Ορλάνδου, «Η εν Ελλάδι εκκλησιαστική αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας». L’ Hellenisme Contemporain, 1953, σ. 207 – 208).
Στην αρχική μορφή του Ναού, όλα τα ανοίγματα διαμορφώνονται περιμετρικά (λαμπάδες, πρέκια, ποδιές) με συμπαγή μονολιθικά κομμάτια από ημίλευκη μαρμαρόπετρα διατομής 20x20 εκ.
Οι τοίχοι επιστέφονται κάτω από τη στέγη με γείσο, από κουρασάνι, που εξέχει από την τοιχοποιία. Ιδιαίτερη επιμέλεια στην κατασκευή δείχνουν, ως συνήθως, οι τέσσερις εξωτερικές γωνίες του κτίσματος, οι οποίες διαμορφώνονται σε παραστάδες με μαρμάρινες βάσεις και επίκρανα, στοιχεία κλασικιστικά, που υπεισέρχονται στη μεταβυζαντινή Ναοδομία μετά το 1830. (Βλ. Μπούρα, Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, σ. 172).
Ακόμη μεγαλύτερη φροντίδα έχει δοθεί στην εξωτερική όψη της πενταγωνικής κόγχης του ιερού Βήματος. Αυτή είναι κτισμένη με πελεκητούς πωρόλιθους και κοσμείται με κεραμικό σταυρό σε κάθε πλευρά της. Στη μεσαία πλευρά και στο μέσον αυτής υπάρχει φεγγίτης σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου. Η κάθε πλευρά της κόγχης επιστέφεται κάτω από την πολυγωνική στέγη με γείσο από κουρασάνι, που εξέχει από την τοιχοποιία.
Στα παράθυρα πάνω από το πρέκι διαμορφωνόταν τυφλό ανακουφιστικό τόξο με λαξευμένα τεμάχια πωρόλιθου και ενδιάμεσα ένθετα χειροποίητα κεραμικά. Με τα ίδια κεραμικά γινόταν και η πλήρωση του τόξου. Όλα τα παράθυρα προστατευόταν με πυκνή χειροποίητη σιδεριά που αγκυρώνονταν στους περιμετρικούς μονόλιθους. Μοναδικά αυθεντικά δείγματα αυτής της αρχικής κατασκευής αποτελούν μόνο τα δύο παράθυρα της ΒΔ και αντίστοιχα της ΝΔ πλευράς του Γυναικωνίτη. (Αυτά άλλωστε ήταν οι «μάρτυρες», για την ανακατασκευή–αντικατάσταση στην αρχική τους μορφή και των υπολοίπων παραθύρων). Όλα τα παράθυρα αρχικά ήταν στενά και χαμηλά, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Ναών της Τουρκοκρατίας για να έχουν περιορισμένο εσωτερικό φωτισμό. (Βλ. Μπούρα, Η εκκλησιατική αρχιτεκτονικά, σ. 172).
Σε όλα τα παράθυρα της Β και Ν πλευράς του Ναού καθώς και σε αυτά της Δυτικής, εκτός αυτών του Γυναικωνίτη που προαναφέραμε, υπήρξαν κατά καιρούς σοβαρές επεμβάσεις. Επιχειρήθηκε διεύρυνση των ανοιγμάτων περιμετρικά (προκειμένου να μπει περισσότερο φως στον Ναό), καθαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν όλα τα μονολιθικά κομμάτια (ποδιές, λαμπάδες, πρέκια) καθώς και οι σιδεριές και στη θέση τους κτίσθηκαν με διάτρητα (εξάτρυπα) τούβλα και σοβά.
Στα περισσότερα των παραθύρων διατηρήθηκαν αρκετά τμήματα (γεννέτηρες) των ανακουφιστικών τόξων. (Όλα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί στην αποκατάσταση που έχει γίνει). Όλα τα κουφώματα του Ναού ήταν κατασκευασμένα από μασίφ σίδερο και καίτια και τα κρύσταλλά τους ήταν έγχρωμα. (Η επέμβαση αυτή πρέπει να έγινε στη δεκαετία του 1970.
Μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης (1978) ο Ναός υπέστη τη σοβαρότερή του επέμβαση. Ήταν αυτή που αλλοίωσε καθ’ ολοκληρίαν την εξωτερική του μορφή. Προφανώς για ενίσχυση και προστασία. Καλύφθηκε ολόκληρη η περιμετρική λιθοδομή με λεπτό τοιχίο (8 – 10 έκ.) από οπλισμένο σκυρόδεμα. Εξωτερικά δε όλες οι επιφάνειες επικαλύφθηκαν με χονδρό στρώμα σοβά. Έτσι χάθηκε παντελώς, ουδετεροποιήθηκε και εξαφανίστηκε ένα από τα σημαντικότερα μεταβυζαντινά μνημεία (μετά από αυτό του Αγίου Γεωργίου) της Επανομής.
Ο κυρίως Ναός διαιρείται εσωτερικά με δυο σειρές από ξύλινους επιχρισμένους κίονες σε τρία κλίτη, από τα οποία το μεσαίο είναι πλατύτερο και υψηλότερο. Ξύλινα στασίδια έκλιναν τα κενά ανάμεσα στους κίονες, σε δυο σειρές εκατέρωθεν, αφήνοντας δυο διαστήματα ανοιχτά, ένα στη βόρεια και ένα στη νότια πλευρά, για τη δημιουργία εισόδων προς τα αντίστοιχα κλίτη. Στα δυτικά υπήρχε Νάρθηκας, αρχικά με τη μορφή ανοιχτής τοξωτής πεσσοστοιχίας και πάνω απ’ αυτόν Γυναικωνίτης, κλειστός με «καφάσια», ώστε να παρακολουθούν μεν οι γυναίκες, αλλά χωρίς να φαίνονται. Η πρόσβαση στο Γυναικωνίτη γινόταν με εσωτερική σκάλα που συνδεόταν με μια μικρή πόρτα, νότια του Ναού, χωρίς να επικοινωνούν οι εισερχόμενοι με τον κυρίως Ναό. Σήμερα η σκάλα αυτή δεν υπάρχει ως βοηθητική έξοδος και η πρόσβαση προς το Γυναικωνίτη γίνεται από άλλη εσωτερική σκάλα με είσοδο από το βορειοδυτικό μέρος του κυρίως Ναού.
Αυτή η διαμόρφωση του δυτικού τμήματος του Ναού με Νάρθηκα στο ισόγειο και υπερκείμενο Γυναικωνίτη εμφανίζεται στις τρίκλιτες βασιλικές της Τουρκοκρατίας. Στο βορειοδυτικό μέρος του κλίτους των γυναικών, κάτω από το αριστερό μέρος του Γυναικωνίτη, όταν το έτος 1991 γίνονταν εργασίες για τη συμπληρωματική ανακατασκευή των πλακιδίων του δαπέδου, (η πρώτη έγινε το 1981) με πλάκες μαρμάρου, βρέθηκε πιθάρι πήλινο με σύστημα αποχέτευσης, πράγμα το οποίο μαρτυρεί ότι κατά πάσα πιθανότητα εκεί αρχικά ήταν το χωνευτήρι των Βαπτίσεων.
Στο ανατολικό μέρος το Ναού, όπως συμβαίνει στις περισσότερες μεταβυζαντινές Εκκλησίες, εξέχει μόνο η ημικυκλική αψίδα της κόγχης του ιερού Βήματος, η οποία εξωτερικά είναι πολυγωνική, ενώ οι κόγχες της Προθέσεως και του Διακονικού (τη θέση του οποίου κατέχει η αγία Τράπεζα του αγίου Δημητρίου) διανοίγονται μέσα στο πάχος του ανατολικού τοίχου.
Στο δυτικό μέρος του ο Ναός έχει τρεις εισόδους που αντιστοιχούν στα μεγάλα ανοίγματα της παλαιάς τοξωτής στοάς του Νάρθηκα. Εκατέρωθεν της κεντρικής εισόδου υπήρχαν πάγκοι, όπου κάθονταν οι γέροντες μετά τη θεία Λειτουργία και όπου γινόταν η διανομή των κολλύβων. Μια τέταρτη μεγάλη είσοδος στη νότια πλευρά του Νάρθηκα και μια πέμπτη μικρότερη στη νότια πλευρά του Ναού (περίπου στο μέσον) η οποία χρησιμοποιούταν, όπως προαναφέραμε, αποκλειστικά από τις γυναίκες, με εσωτερικό καλλυμένο κλιμακοστάσιο, για την άνοδό τους στο Γυναικωνίτη.
Εσωτερικά ο Ναός φωτίζεται από δυο σειρές τεσσάρων παραθύρων στο νότιο και στο βόρειο τοίχο αντίστοιχα, και ένα στο ιερό Βήμα. Τρία μικρότερα στη δυτική πλευρά του Ναού στο ύψος του Γυναικωνίτη και από δυο αντίστοιχα στη βόρεια και νότια πλευρά του Γυναικωνίτη. Ακόμη τα αετώματα της ανατολικής και δυτικής όψεως διατρυπά από ένας ελλειψοειδής φεγγίτης, στοιχείο που απαντά με διάφορες παραλλαγές στους μεταβυζαντινούς Ναούς της Μακεδονίας. (Βλ. Μουτσοπούλου, Μακεδονική αρχιτεκτονική, σ. 7-8. Του ιδίου, Εκκλησίες του Νομού Φλωρίνης, σ.75).

ΕΝΟΡΙΑ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Η αύξηση του πληθυσμού της Επανομής καθώς επίσης και οι ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν σ’ αυτήν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. (η Επανομή τότε ανήκε στην κατηγορία των ελευθέρων χωρών και οι κάτοικοί της είχαν ιδιόκτητα κτήματα), οδήγησαν τους κατοίκους στην απόφαση να ανεγείρουν και ένα δεύτερο Ναό, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίας). Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στη δυτική πλευρά του Ναού και πάνω από την κεντρική είσοδό του, ο Ναός αυτός κτίστηκε το έτος 1865.
Μέχρι το έτος 1914 περίπου ο Ναός της Παναγίας χρησιμοποιήθηκε ως κοιμητηριακός. (Βλ. Feissel – Seve, Voyage d’ Avezou, σ. 246). Εντύπωση προξένησε στον Avezou το γεγονός ότι πάνω από κάθε τάφο υπήρχε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο με μορφή οικίσκου ή μια στάμνα με σπασμένο λαιμό, όπου άναβαν τα κεριά. Δεν είναι εξακριβωμένο το πότε σταμάτησαν να γίνονται ταφές τόσο στο κοιμητήριο της Παναγίας, όσο και σ’ αυτό του Αγίου Γεωργίου. Πάντως σύμφωνα με φωτογραφία του έτους 1924, την εποχή εκείνη, λειτουργούσε το κοιμητήριο του Προφήτη Ηλία, όπως και σήμερα. (Βλ. Θεοχάρη Ν. Παζαρά, Επανομή, Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 79, σ. 84, παραπ. 323-324, είκ. 86, σ. 198).
Αν και ο Ναός της Παναγίας είναι πολύ νεώτερος σε σχέση με τον Ναό του αγίου Γεωργίου, απέκτησε μεγαλύτερη σπουδαιότητα. (Βλ. Αθανασίου Θ, Τσακνάκη, Επανομή, Χρονικά της Χαλκιδικής 1969, τεύχη 17 – 18, σ. 29). Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι την εποχή εκείνη το κέντρο βάρους του οικισμού είχε ήδη μετατοπιστεί από τα υψώματα του Καστελιού, όπου θα ήταν ο αρχικός πυρήνας του και ο πρώτος Ναός του αγίου Γεωργίου, στο πεδινό τμήμα δυτικά από το μεγάλο ρέμα που διασχίζει το χωριό από ΒΑ προς ΝΔ. Στη νέα συνοικία μάλιστα που διαμορφώθηκε τώρα, φαίνεται ότι διέμειναν οι προνομιούχοι Επανομίτες, οι οποίοι και επέβαλαν το προβάδισμα του Ναού της Ενορίας τους έναντι του Αγίου Γεωργίου. (Βλ. Θεοχάρη Ν Παζαρά, Επανομή, Μακεδονική Βιβλιοθήκη αρ. 79, σ. 84). Είναι γνωστή ακόμη μέχρι και σήμερα η καχυποψία και η αντιζηλία που υπήρχε από παλαιά για το λόγο αυτό ανάμεσα στους Αϊ-Γιωργίτες και στους συντοπίτες τους της συνοικίας της Παναγίας. Οι Αϊ–Γιωργίτες δε χώνευαν τους συντοπίτες της συνοικίας της Παναγίας, γιατί τους θεωρούσαν προνομιούχους σε όλα. Οι της Παναγίας θεωρούσαν τους εαυτούς τους σαν πιο εξελιγμένους και προοδευμένους κι όλους τους άλλους τους κατέτασσαν σε κατώτερη μοίρα. (Βλ. Αθανασίου Θ. Τσακνάκη, Επανομή, Χρονικά της Χαλκιδικής 1969, τεύχη 17 – 18, σ. 90).



ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΟΜΗΣ


Η Επανομή, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, εκκλησιαστικά ανήκε στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Σε μια εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που βρίσκεται στην ενορία του Αγίου Γεωργίου, υπάρχει η παρακάτω αφιέρωση: «διά συνδρομής του παναγιωτάτου Μητροπολίτου αγίου Θεσσαλονίκης κυρίου Μελετίου και των λοιπών Θεσσαλονικέων… 1832 Ιουλίου 8». (Σχετικά με το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μελέτιο Πάγκαλο βλ. Α Λέτσα, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, ΙΙ, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 161). Δε γνωρίζουμε όμως αν παλαιότερα υπαγόταν στην Ιερά Μητρόπολη Κασσανδρείας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα γύρω χωριά Πλαγιάρι, Τρίλοφο, Μεσημέρι, Νέα Ηράκλεια και Περαία, που υπάγονται μέχρι και σήμερα στη Μητρόπολη αυτή. (Για την εκκλησιαστική διαίρεση της περιοχής βλ. Α. Αγγελόπουλου, «Πατριαρχικά έγγραφα πειστήρια περί συμβιώσεως Ελλήνων και Σέρβων Ορθοδόξων εν Βορείω Μακεδονία και παλαιά Σεβία το β’ ήμισυ του 19ου αιώνος», Μακεδονικά 21 (1981), χάρτης 2, σ. 116).
Το 1974 η Επανομή αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και υπήχθη στη νεοσύστατη Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς με πρώτο Μητροπολίτη αυτής τον κ. Προκόπιο Γεωργαντόπουλο.


ΕΠΑΝΟΜΗ ΘΕΣΗ – ΟΝΟΜΑΣΙΑ


Η Επανομή βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από την ανατολική ακτή του Θερμαϊκού Κόλπου, στην έξοδο μιας επίπεδης κοιλάδας. Ο οικισμός διασχίζεται από έναν χείμαρρο με κατεύθυνση από ΒΑ προς ΝΔ, που καταλήγει στη θάλασσα. Ανατολικά από την κεντρική πλατεία το έδαφος ανηφορίζει απότομα και φτάνει σε υψόμετρο 80μ., ενώ η πλατεία έχει υψόμετρο μόνο 37μ. από τη θάλασσα. Πρόκειται, όπως σωστά επισημαίνει ο H. Vielweib, για μια τυπική απόκρυφη τοποθεσία, που είναι αδύνατο να τη δει κανείς από τη θάλασσα. (Βλ. Θεοχάρη Ν. Παζαρά, Επανομή, Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 79, σ. 55, παραπ. 166, Θεσσαλονίκη 1993).
Η επιλογή αυτής της θέσεως δεν είναι τυχαία και πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να συσχετιστεί με το φόβο των πειρατικών επιδρομών, που εξανάγκασε τους παραλιακούς πληθυσμούς να μετακινηθούν προς τα μεσόγεια. Η θαλάσσια πειρατεία εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο, ήδη από την εποχή της διάλυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσε μια μάστιγα που διήρκησε επί αιώνες, με μεγάλη έξαρση κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. (Βλ. Θεοχάρη Ν. Παζάρα, Επανομή, Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 79, σ. 55, παραπ. 167, 168, Θεσσαλονίκη 1993).
Σχετικά με το όνομα του χωριού υπάρχει μια ποικιλία τύπων, που ξεκινάει ως Πανομή στα Βυζαντινά χρόνια, ως Απανεμή, Απανομή και Απονομή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και καταλήγει στο Επανομή. Από το τέλος του 19ου αι. και τις αρχές του 20ου αι. γενικεύεται η χρήση του ονόματος Επανομή στο γραπτό λόγο, άλλοτε με ω και άλλοτε με ο. (Βλ. Θεοχάρη Ν. Παζάρα, Επανομή Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 79, σ. 59, παραπ. 204, 205, Θεσσαλονίκη 1993).
Σήμερα επικράτησε να γράφεται η Επανομή με ο, έτσι είναι πιο κοντά την παλαιότερη μορφή του ονόματος Πανομή. Σχετικά με την αρχική προέλευση του ονόματός της το θέμα εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό.