Αναζήτηση

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 
Ο Ναός είναι δισυπόστατος, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στο Μεγαλομάρτυρα άγιο Δημήτριο το Μυροβλήτη. Αυτό προκύπτει τόσο από την ύπαρξη δεύτερης Αγίας Τράπεζας στα δεξιά του Ιερού Βήματος (σήμερα στην κόγχη δεσπόζει τοιχογραφία που εικονίζει τον άγιο Δημήτριο), η οποία αντιστοιχεί στο παρεκκλήσι του αγίου Δημητρίου, καθώς και ιδιαίτερη Ωραία Πύλη, όσο και από το γεγονός ότι στην εορτή του Αγίου Δημητρίου γινόταν και γίνεται μονοκκλησία στον Ναό της Παναγίας. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το πότε και από ποιον εγκαινιάστηκε ο Ναός. Άξιον απορίας είναι το γιατί, ενώ η εικόνα του αγίου Αργυρίου βρισκόταν στα βημόθυρα από το έτος 1853, πριν από την ανέγερση του Ναού της Παναγίας (1865) δεν δόθηκε το όνομα του Ναού σ’ αυτόν, ως ο Άγιος της Επανομής, ή δεν του αφιερώθηκε η δεύτερη Αγία Τράπεζα. Η ύπαρξη της εικόνας του αγίου Αργυρίου στα Βημόθυρα, πριν από την ανέγερση του Ναού της Παναγίας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτά ανήκουν σε προγενέστερο Ναό ίσως και στον προϋπάρχοντα κοιμητηριακό Ναό.
Σε γενικές γραμμές ο Ναός της Παναγίας αντιγράφει τον προγενέστερο απ’ αυτόν ναό του αγίου Γεωργίου. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης Βασιλικής, που είναι ευρύτατα διαδεδομένος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τόσο στο βορειοελλαδικό χώρο όσο και στα νησιά. Οι εξωτερικές διαστάσεις του Ναού είναι 29x14 μ. Καλύπτεται με ξύλινη δίρριχτη στέγη, που παρουσιάζει τριγωνική απότμηση στα δύο άκρα της στέγης, ανατολικό και δυτικό, όπως συνηθίζεται στις Βασιλικές εκείνης της εποχής με αποτέλεσμα η στέγη της να γίνεται ουσιαστικά τετράριχτη.
Ο Ναός είναι λιθόκτιστος με ξύλινη στέγη και επικάλυψη με ευρωπαϊκά κεραμίδια. Στην αρχική της μορφή η στέγη είχε επικάλυψη με σχιστολιθικές πλάκες. Ο τοίχοι του Ναού, πάχους 0,90 εκ. είναι κτισμένοι με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα, ένα σύστημα τοιχοδομίας τυπικό για τους Ναούς της Τουρκοκρατίας. (Βλ. Ορλάνδου, «Η εν Ελλάδι εκκλησιαστική αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας». L’ Hellenisme Contemporain, 1953, σ. 207 – 208).
Στην αρχική μορφή του Ναού, όλα τα ανοίγματα διαμορφώνονται περιμετρικά (λαμπάδες, πρέκια, ποδιές) με συμπαγή μονολιθικά κομμάτια από ημίλευκη μαρμαρόπετρα διατομής 20x20 εκ.
Οι τοίχοι επιστέφονται κάτω από τη στέγη με γείσο, από κουρασάνι, που εξέχει από την τοιχοποιία. Ιδιαίτερη επιμέλεια στην κατασκευή δείχνουν, ως συνήθως, οι τέσσερις εξωτερικές γωνίες του κτίσματος, οι οποίες διαμορφώνονται σε παραστάδες με μαρμάρινες βάσεις και επίκρανα, στοιχεία κλασικιστικά, που υπεισέρχονται στη μεταβυζαντινή Ναοδομία μετά το 1830. (Βλ. Μπούρα, Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, σ. 172).
Ακόμη μεγαλύτερη φροντίδα έχει δοθεί στην εξωτερική όψη της πενταγωνικής κόγχης του ιερού Βήματος. Αυτή είναι κτισμένη με πελεκητούς πωρόλιθους και κοσμείται με κεραμικό σταυρό σε κάθε πλευρά της. Στη μεσαία πλευρά και στο μέσον αυτής υπάρχει φεγγίτης σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου. Η κάθε πλευρά της κόγχης επιστέφεται κάτω από την πολυγωνική στέγη με γείσο από κουρασάνι, που εξέχει από την τοιχοποιία.
Στα παράθυρα πάνω από το πρέκι διαμορφωνόταν τυφλό ανακουφιστικό τόξο με λαξευμένα τεμάχια πωρόλιθου και ενδιάμεσα ένθετα χειροποίητα κεραμικά. Με τα ίδια κεραμικά γινόταν και η πλήρωση του τόξου. Όλα τα παράθυρα προστατευόταν με πυκνή χειροποίητη σιδεριά που αγκυρώνονταν στους περιμετρικούς μονόλιθους. Μοναδικά αυθεντικά δείγματα αυτής της αρχικής κατασκευής αποτελούν μόνο τα δύο παράθυρα της ΒΔ και αντίστοιχα της ΝΔ πλευράς του Γυναικωνίτη. (Αυτά άλλωστε ήταν οι «μάρτυρες», για την ανακατασκευή–αντικατάσταση στην αρχική τους μορφή και των υπολοίπων παραθύρων). Όλα τα παράθυρα αρχικά ήταν στενά και χαμηλά, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Ναών της Τουρκοκρατίας για να έχουν περιορισμένο εσωτερικό φωτισμό. (Βλ. Μπούρα, Η εκκλησιατική αρχιτεκτονικά, σ. 172).
Σε όλα τα παράθυρα της Β και Ν πλευράς του Ναού καθώς και σε αυτά της Δυτικής, εκτός αυτών του Γυναικωνίτη που προαναφέραμε, υπήρξαν κατά καιρούς σοβαρές επεμβάσεις. Επιχειρήθηκε διεύρυνση των ανοιγμάτων περιμετρικά (προκειμένου να μπει περισσότερο φως στον Ναό), καθαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν όλα τα μονολιθικά κομμάτια (ποδιές, λαμπάδες, πρέκια) καθώς και οι σιδεριές και στη θέση τους κτίσθηκαν με διάτρητα (εξάτρυπα) τούβλα και σοβά.
Στα περισσότερα των παραθύρων διατηρήθηκαν αρκετά τμήματα (γεννέτηρες) των ανακουφιστικών τόξων. (Όλα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί στην αποκατάσταση που έχει γίνει). Όλα τα κουφώματα του Ναού ήταν κατασκευασμένα από μασίφ σίδερο και καίτια και τα κρύσταλλά τους ήταν έγχρωμα. (Η επέμβαση αυτή πρέπει να έγινε στη δεκαετία του 1970.
Μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης (1978) ο Ναός υπέστη τη σοβαρότερή του επέμβαση. Ήταν αυτή που αλλοίωσε καθ’ ολοκληρίαν την εξωτερική του μορφή. Προφανώς για ενίσχυση και προστασία. Καλύφθηκε ολόκληρη η περιμετρική λιθοδομή με λεπτό τοιχίο (8 – 10 έκ.) από οπλισμένο σκυρόδεμα. Εξωτερικά δε όλες οι επιφάνειες επικαλύφθηκαν με χονδρό στρώμα σοβά. Έτσι χάθηκε παντελώς, ουδετεροποιήθηκε και εξαφανίστηκε ένα από τα σημαντικότερα μεταβυζαντινά μνημεία (μετά από αυτό του Αγίου Γεωργίου) της Επανομής.
Ο κυρίως Ναός διαιρείται εσωτερικά με δυο σειρές από ξύλινους επιχρισμένους κίονες σε τρία κλίτη, από τα οποία το μεσαίο είναι πλατύτερο και υψηλότερο. Ξύλινα στασίδια έκλιναν τα κενά ανάμεσα στους κίονες, σε δυο σειρές εκατέρωθεν, αφήνοντας δυο διαστήματα ανοιχτά, ένα στη βόρεια και ένα στη νότια πλευρά, για τη δημιουργία εισόδων προς τα αντίστοιχα κλίτη. Στα δυτικά υπήρχε Νάρθηκας, αρχικά με τη μορφή ανοιχτής τοξωτής πεσσοστοιχίας και πάνω απ’ αυτόν Γυναικωνίτης, κλειστός με «καφάσια», ώστε να παρακολουθούν μεν οι γυναίκες, αλλά χωρίς να φαίνονται. Η πρόσβαση στο Γυναικωνίτη γινόταν με εσωτερική σκάλα που συνδεόταν με μια μικρή πόρτα, νότια του Ναού, χωρίς να επικοινωνούν οι εισερχόμενοι με τον κυρίως Ναό. Σήμερα η σκάλα αυτή δεν υπάρχει ως βοηθητική έξοδος και η πρόσβαση προς το Γυναικωνίτη γίνεται από άλλη εσωτερική σκάλα με είσοδο από το βορειοδυτικό μέρος του κυρίως Ναού.
Αυτή η διαμόρφωση του δυτικού τμήματος του Ναού με Νάρθηκα στο ισόγειο και υπερκείμενο Γυναικωνίτη εμφανίζεται στις τρίκλιτες βασιλικές της Τουρκοκρατίας. Στο βορειοδυτικό μέρος του κλίτους των γυναικών, κάτω από το αριστερό μέρος του Γυναικωνίτη, όταν το έτος 1991 γίνονταν εργασίες για τη συμπληρωματική ανακατασκευή των πλακιδίων του δαπέδου, (η πρώτη έγινε το 1981) με πλάκες μαρμάρου, βρέθηκε πιθάρι πήλινο με σύστημα αποχέτευσης, πράγμα το οποίο μαρτυρεί ότι κατά πάσα πιθανότητα εκεί αρχικά ήταν το χωνευτήρι των Βαπτίσεων.
Στο ανατολικό μέρος το Ναού, όπως συμβαίνει στις περισσότερες μεταβυζαντινές Εκκλησίες, εξέχει μόνο η ημικυκλική αψίδα της κόγχης του ιερού Βήματος, η οποία εξωτερικά είναι πολυγωνική, ενώ οι κόγχες της Προθέσεως και του Διακονικού (τη θέση του οποίου κατέχει η αγία Τράπεζα του αγίου Δημητρίου) διανοίγονται μέσα στο πάχος του ανατολικού τοίχου.
Στο δυτικό μέρος του ο Ναός έχει τρεις εισόδους που αντιστοιχούν στα μεγάλα ανοίγματα της παλαιάς τοξωτής στοάς του Νάρθηκα. Εκατέρωθεν της κεντρικής εισόδου υπήρχαν πάγκοι, όπου κάθονταν οι γέροντες μετά τη θεία Λειτουργία και όπου γινόταν η διανομή των κολλύβων. Μια τέταρτη μεγάλη είσοδος στη νότια πλευρά του Νάρθηκα και μια πέμπτη μικρότερη στη νότια πλευρά του Ναού (περίπου στο μέσον) η οποία χρησιμοποιούταν, όπως προαναφέραμε, αποκλειστικά από τις γυναίκες, με εσωτερικό καλλυμένο κλιμακοστάσιο, για την άνοδό τους στο Γυναικωνίτη.
Εσωτερικά ο Ναός φωτίζεται από δυο σειρές τεσσάρων παραθύρων στο νότιο και στο βόρειο τοίχο αντίστοιχα, και ένα στο ιερό Βήμα. Τρία μικρότερα στη δυτική πλευρά του Ναού στο ύψος του Γυναικωνίτη και από δυο αντίστοιχα στη βόρεια και νότια πλευρά του Γυναικωνίτη. Ακόμη τα αετώματα της ανατολικής και δυτικής όψεως διατρυπά από ένας ελλειψοειδής φεγγίτης, στοιχείο που απαντά με διάφορες παραλλαγές στους μεταβυζαντινούς Ναούς της Μακεδονίας. (Βλ. Μουτσοπούλου, Μακεδονική αρχιτεκτονική, σ. 7-8. Του ιδίου, Εκκλησίες του Νομού Φλωρίνης, σ.75).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου